ἔγκλητος

ἔγ-κλητος, ον,
A liable to a charge, PTeb.27.42 (ii B. C.), Plu.2.1051b, PMasp.97 ii 50 (vi A.D.).
2 written for ἔκκλ-, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγκλητος — ἔγκλητος, ον (AM) εκείνος εναντίον τού οποίου έχει υποβληθεί μήνυση μσν. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἔγκλητος 1. έφεση 2. καταγγελία 3. κατηγορία …   Dictionary of Greek

  • ἔγκλητος — liable to a charge masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλήτως — ἔγκλητος liable to a charge adverbial ἔγκλητος liable to a charge masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκλητον — ἔγκλητος liable to a charge masc/fem acc sg ἔγκλητος liable to a charge neut nom/voc/acc sg ἐγκλάω thwart pres imperat act 2nd dual ἐγκλάω thwart pres ind act 3rd dual ἐγκλάω thwart pres ind act 2nd dual ἐγκλάω thwart imperf ind act 2nd dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκλητα — ἔγκλητος liable to a charge neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκλητοι — ἔγκλητος liable to a charge masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανέγκλητος — ον, Α (για τον Άρειο) αυτός που όλοι τόν κατηγορούν, που από όλους δέχεται κατηγορίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + έγκλητος (< ἐγκαλῶ «απαιτώ δικαστικώς, μηνύω»), πρβλ. αν έγκλητος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.